Filtrer par genre

Θέατρο με Αγγελή Γεωργία, ραδιοφωνικά θεατρικά έργα

Θέατρο με Αγγελή Γεωργία, ραδιοφωνικά θεατρικά έργα

Γεωργια Αγγελή

Ηχητικά θεατρικά έργα

641 - 🌊 Ο Κόσμος του Νερού του Άλντο Νικολάι Η ασφάλεια που πνίγει την ψυχή
0:00 / 0:00
1x
  • 641 - 🌊 Ο Κόσμος του Νερού του Άλντο Νικολάι Η ασφάλεια που πνίγει την ψυχή

    © Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς

    Πόσο οξυγόνο χρειάζεται ένα όνειρο για να επιβιώσει μέσα στην καθημερινότητα; Στον Κόσμο του Νερού, ο Άλντο Νικολάι τοποθετεί έναν ευαίσθητο άνθρωπο απέναντι σε μια κοινωνία που βαφτίζει ωριμότητα την παραίτηση και ασφάλεια τον εγκλεισμό. Με πικρό χιούμορ και υποδόρια μελαγχολία, μετατρέπει το ενυδρείο ενός σπιτιού σε ολόκληρη φιλοσοφία ζωής. Το νερό γίνεται ελευθερία, αλλά και η σιωπηλή προειδοποίηση μιας ύπαρξης που ασφυκτιά.

    Ο Τσελεστίνο Βιόλα δεν είναι ένας επαναστάτης που κραυγάζει. Είναι κάτι πολύ πιο ευάλωτο και, ίσως, πολύ πιο επικίνδυνο για την κοινωνική τάξη: ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να πιστέψει στο νόημα όσων οι άλλοι θεωρούν αυτονόητα. Το γραφείο, η σταδιοδρομία, ο σταθερός μισθός, ο γάμος και η τακτοποιημένη ζωή δεν αποτελούν γι’ αυτόν στάδια ενηλικίωσης, αλλά διαδοχικούς θαλάμους εγκλεισμού.

    Η οικογένειά του τον πολιορκεί χωρίς να συνειδητοποιεί τη βιαιότητα της πίεσής της. Η μητέρα αγαπά τον γιο της, αλλά τον αγαπά μέσα από το στενό μέτρο των κοινωνικών συμβάσεων. Θέλει να τον προστατεύσει από την αβεβαιότητα και, ακριβώς γι’ αυτό, γίνεται άθελά της δεσμοφύλακάς του. Η Ντιάνα και ο Αλμπέρτο εκπροσωπούν εκείνους που έχουν αποδεχτεί πλήρως τους κανόνες της μικροαστικής ευημερίας. Δεν είναι τέρατα ούτε συνειδητοί δυνάστες. Είναι άνθρωποι που έχουν προσαρμοστεί τόσο καλά, ώστε δεν αναγνωρίζουν πια την προσαρμογή ως απώλεια.

    Η Αμέλεια εμφανίζεται σαν πιθανή σωτηρία. Η τρυφερότητά της γεννά στον Τσελεστίνο την ελπίδα πως μπορεί να αγαπηθεί χωρίς να αλλοιωθεί. Ωστόσο, ο γάμος δεν ανοίγει την πόρτα προς έναν κοινό ορίζοντα. Προσθέτει νέες υποχρεώσεις, απαιτήσεις και συμβιβασμούς. Η Αμέλεια γίνεται έτσι το πιο γλυκό πρόσωπο της παγίδας. Δεν εξαπατά αναγκαστικά τον ήρωα· υπηρετεί και η ίδια όσα διδάχθηκε να θεωρεί φυσιολογικά. Η τραγικότητά της βρίσκεται στο ότι προσφέρει αγάπη με αντάλλαγμα την προσαρμογή.

    Το ενυδρείο δεσπόζει ως το ευφυέστερο σύμβολο του έργου. Ο Τσελεστίνο παρατηρεί τα ψάρια και φαντάζεται έναν κόσμο καθαρό, ρευστό, απαλλαγμένο από ωράρια, φιλοδοξίες και κοινωνικούς ρόλους. Όμως τα ψάρια δεν κολυμπούν στον ωκεανό. Κινούνται πίσω από γυαλί, σε έναν τεχνητό παράδεισο που κάποιος άλλος έχει οριοθετήσει. Το καταφύγιο του ήρωα περιέχει, λοιπόν, την ίδια του την αντίφαση: λαχταρά την απεραντοσύνη, αλλά τη χωρά μέσα σε μια γυάλινη δεξαμενή.

    Η σύλληψη του Νικολάι γεννήθηκε από τη θέα των νυχτερινών, φωτισμένων γραφείων της RAI, που του φάνηκαν σαν ενυδρείο γεμάτο εγκλωβισμένους οργανισμούς. Όταν το έργο παρουσιάστηκε στη Βιέννη, το 1963, η μεταπολεμική Ευρώπη οικοδομούσε το όραμα της κατανάλωσης, της επαγγελματικής ανόδου και της οικονομικής ασφάλειας. Πίσω από αυτή την ευημερία, όμως, μεγάλωνε μια νέα μοναξιά: ο άνθρωπος αποκτούσε περισσότερα, ενώ αισθανόταν ότι ανήκε όλο και λιγότερο στον εαυτό του.

    Ο Νικολάι δεν εξιδανικεύει την άρνηση των ευθυνών ούτε παρουσιάζει κάθε εργασία ως δουλεία. Θέτει ένα βαθύτερο ερώτημα: πότε η προσαρμογή παύει να είναι αναγκαίος συμβιβασμός και γίνεται ακρωτηριασμός της προσωπικότητας; Ο Τσελεστίνο δεν υποφέρει επειδή στερείται ανέσεων. Υποφέρει επειδή η ζωή που του προσφέρεται απαιτεί να εγκαταλείψει εκείνο το μέρος του εαυτού του που ακόμη μπορεί να ονειρεύεται.

    Σήμερα, το έργο ακούγεται ανησυχητικά σύγχρονο. Η ασφάλεια εξακολουθεί να προβάλλεται ως υπέρτατο αγαθό, ενώ η εξάντληση ονομάζεται επιτυχία και η διαρκής απασχόληση παραγωγικότητα. Πόσοι άνθρωποι ζουν μέσα σε αόρατα ενυδρεία, επαναλαμβάνοντας τις ίδιες κινήσεις, επειδή φοβούνται την ανοιχτή θάλασσα;

    Στη δική μου ματιά, ο Τσελεστίνο δεν είναι παράλογος. Είναι ένας άνθρωπος που ακούει μέσα του έναν ωκεανό, ενώ όλοι γύρω του απαιτούν να αρκεστεί σε λίγο νερό πίσω από γυαλί. Και αυτή είναι η πικρότερη αλήθεια του έργου: ο άνθρωπος μπορεί να επιβιώνει κανονικά, να εργάζεται, να παντρεύεται, να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του και, παρ’ όλα αυτά, να έχει ήδη πνιγεί. 🌊

    Συγγραφέας.. Άλντο Νικολάι

    Μετάφραση & Ραδιοφωνική Προσαρμογή.. Ελευθερία Ντάνου

    Σκηνοθεσία.. Μανώλης Μαυρομάτης, Ελευθερία Ντάνου

    Μουσική Επιμέλεια.. Ρένα Κοβατζή Σκαλτσά

    Επιμέλεια Ήχων.. Γίτσας Βαλμάς

    Ρύθμιση Ήχου.. Γρηγόρης Γίγας

    Ακούγονται οι ηθοποιός (με τη σειρά που εμφανίζονται)..

    Μαργαρίτα Λαμπρινού (Μητέρα).. Κώστας Καστανάς (Τσελεστίνο).. Μαρία Κωνσταντάρου (Διάνα).. Γιώργος Χριστόπουλος (Αλμπέρτο).. Γιώργος Μπέλος (Τραγκουήλης).. Βέτα Προέδρου (Ματέα).. Κώστας Παπαγεωργίου (Κλητήρας).. Γιώργος Μάζης (Ενρίκο).. Γιώργος Σαλάχας (Λουτσιάνο).. Ρένα Βενιέρη (Αμέλεια).

    📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα!

    https://www.youtube.com/@angeligeorgia808

    Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο

    👉https://angeligeorgiastoryteller.gr/support

    Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι

    👉 Metabook:https://metabook.gr/angel67

    🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖

    Wed, 16 Sep 2026 - 1h 47min
  • 640 - 🐈 Η αγγελία Γιώργος Σκούρτης, Όταν η μοναξιά ζητά να αγοραστεί

    Τέσσερις άγνωστοι φτάνουν ένα κρύο απόγευμα για μια γάτα που δεν θα εμφανιστεί ποτέ. Στην πραγματικότητα, κανείς τους δεν αναζητά ένα ζώο· αναζητούν μια παρουσία που θα διακόψει, έστω προσωρινά, τη σιωπή της ζωής τους. Στην Αγγελία, ο Γιώργος Σκούρτης μετατρέπει μια καθημερινή συναλλαγή σε τελετουργία εξομολόγησης. Και τότε αποδεικνύεται πως το δυσκολότερο τίμημα δεν είναι εκείνο που πληρώνουμε για να αποκτήσουμε κάτι, αλλά εκείνο που απαιτείται για να φανερώσουμε ποιοι είμαστε.

    Η Αγγελία, γραμμένη το 1972, γεννιέται μέσα σε μια Ελλάδα πολιτικά ασφυκτική και κοινωνικά μεταβαλλόμενη. Η δικτατορία έχει επιβάλει τη δημόσια σιωπή, ενώ η βίαιη αστικοποίηση έχει ήδη αρχίσει να διαλύει τους παλαιότερους δεσμούς της γειτονιάς και της κοινότητας. Οι άνθρωποι συνωστίζονται στις πόλεις, αλλά δεν συναντιούνται ουσιαστικά. Κατοικούν σε διπλανά διαμερίσματα και παραμένουν ξένοι. Ο Σκούρτης συλλαμβάνει αυτήν ακριβώς την αντίφαση: όσο μικραίνουν οι αποστάσεις ανάμεσα στα σώματα, τόσο μεγαλώνει το χάσμα ανάμεσα στις ψυχές.

    Η αγγελία για την πώληση μιας γάτας είναι ο δραματουργικός δόλος που συγκεντρώνει τέσσερις αγνώστους στον ίδιο χώρο. Η γάτα απουσιάζει, όμως η απουσία της αποκτά ισχυρότερη σκηνική παρουσία από οποιαδήποτε εμφάνιση. Είναι η υπόσχεση μιας άδολης συντροφιάς, ενός πλάσματος που μπορεί να ακούσει χωρίς να κρίνει, να δεχτεί χωρίς να απαιτήσει κοινωνικά διαπιστευτήρια. Οι ήρωες πιστεύουν ότι ήρθαν να αγοράσουν κάτι. Σύντομα αποκαλύπτεται ότι έχουν έρθει, χωρίς να το γνωρίζουν, για να προσφέρουν προς εξέταση τον ίδιο τον εαυτό τους.

    Στην αρχή μιλούν μέσα από τους ασφαλείς κώδικες της ευγένειας, της καχυποψίας και της κοινωνικής επίδειξης. Καθένας φέρει μια κατασκευασμένη εικόνα, αναγκαία για να επιβιώσει ανάμεσα στους άλλους. Καθώς όμως η αναμονή παρατείνεται, οι συμβάσεις υποχωρούν. Ο λόγος γίνεται άλλοτε εξομολόγηση και άλλοτε επίθεση, επειδή η αλήθεια δεν απελευθερώνει πάντοτε· συχνά πληγώνει εκείνον που την ακούει και εκθέτει εκείνον που την προφέρει.

    Ο άνδρας που ενσαρκώνει ο Κώστας Κακκαβάς επιστρατεύει τη γοητεία και την αυτοπεποίθηση σαν πανοπλία. Πίσω τους διακρίνεται ο φόβος της φθοράς και η αγωνία ενός ανθρώπου που χρειάζεται την επιβεβαίωση των άλλων για να αισθανθεί υπαρκτός. Η μορφή της Έρσης Μαλικένζου κουβαλά μια βαθύτερη πίκρα: είναι η γυναίκα που διδάχθηκε να υπομένει, να περιορίζει τις επιθυμίες της και να μετατρέπει την ανάγκη για τρυφερότητα σε αξιοπρεπή σιωπή. Στη φωνή της, η ελπίδα παλεύει με την υποψία ότι ο χρόνος της αγάπης ίσως έχει περάσει.

    Ο χαρακτήρας του Κωνσταντίνου Σταρίδα μοιάζει περισσότερο προσγειωμένος, λαϊκός και δύσπιστος. Ο κυνισμός του, όμως, δεν αποτελεί δύναμη· είναι η άμυνα του ανθρώπου που έχει διαψευστεί αρκετές φορές ώστε να περιγελά όσα εξακολουθεί κατά βάθος να επιθυμεί. Η ηρωίδα της Αθηνάς Αλεξοπούλου κινείται ανάμεσα στην αφέλεια και στην απόγνωση. Καταφεύγει στη φαντασία και στο ψέμα όχι για να εξαπατήσει, αλλά για να επιβιώσει. Μερικές φορές το ψέμα είναι το τελευταίο δωμάτιο όπου μπορεί να κατοικήσει μια τραυματισμένη ελπίδα.

    Ο Σκούρτης δεν εξετάζει τους ήρωές του απομονωμένους από την Ιστορία. Η ψυχική τους ερημία έχει κοινωνικές ρίζες. Προέρχεται από έναν κόσμο που αξιολογεί τον άνθρωπο με βάση τη χρησιμότητα, την εμφάνιση, το φύλο και την κοινωνική του θέση. Ακόμη και η επικοινωνία αρχίζει ως εμπορική πράξη: κάποιος δημοσιεύει, κάποιος ενδιαφέρεται, κάποιος αγοράζει. Η ανθρώπινη ανάγκη υπακούει στη γλώσσα της αγοράς.

    Αυτό κάνει την Αγγελία οδυνηρά σύγχρονη. Σήμερα δεν συναντιόμαστε μέσω μιας στήλης εφημερίδας αλλά μέσα από πλατφόρμες, προφίλ και ηλεκτρονικές ειδοποιήσεις. Διαθέτουμε αμέτρητους τρόπους επικοινωνίας και όλο και λιγότερη βεβαιότητα ότι κάποιος μας ακούει. Προβάλλουμε επιμελημένες εκδοχές του εαυτού μας και περιμένουμε από έναν άγνωστο να αναγνωρίσει όσα εμείς φοβόμαστε να ομολογήσουμε.

    Η προσωπική μου αίσθηση είναι πως η γάτα δεν χάθηκε ούτε εξαφανίστηκε. Δεν υπήρξε ποτέ ως πραγματικός στόχος. Είναι το αθώο πρόσχημα που χρειάζονται οι άνθρωποι για να πλησιάσουν χωρίς να παραδεχθούν ότι υποφέρουν. Ο Σκούρτης μάς αφήνει μπροστά σε μια σκληρή διαπίστωση: πολλές φορές ζητάμε την αλήθεια, αλλά λαχταρούμε ένα παρήγορο ψέμα. Γιατί η αλήθεια απαιτεί να αναλάβουμε την ευθύνη της ζωής μας, ενώ το ψέμα μάς επιτρέπει να συνεχίσουμε να περιμένουμε.

    Κι ίσως, τελικά, κάθε αγγελία που δημοσιεύει ο άνθρωπος να κρύβει πίσω από τις λέξεις την ίδια ανομολόγητη έκκληση: Δεν ζητώ αυτό που γράφω. Ζητώ κάποιον να καταλάβει γιατί το έγραψα.

    Σκηνοθεσία: Γιώργος Σκούρτης Ακούγονται οι ηθοποιοί: Κωνσταντίνος Σταρίδας, Αθηνά Αλεξοπούλου, Κώστας Κακκαβάς, Έρση Μαλικένζου

    📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα!

    https://www.youtube.com/@angeligeorgia808

    Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο

    👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support

    Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι

    👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67

    🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖

    Tue, 15 Sep 2026 - 46min
  • 639 - 🎭 Φράγκα Αμοιβή Βίκτωρ Ουγκώ Χίλια – Όταν ο νόμος αθωώνει την αδικία

    © Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς.

    Η φτώχεια δεν μπαίνει πάντοτε από την πόρτα ως συμφορά. Κάποτε εισβάλλει ως δήμιος, κρατώντας στα χέρια της ένα χρέος, μια υπογραφή και μια κοινωνικά άψογη πρόταση που κρύβει μέσα της τον εξευτελισμό. Στα Χίλια Φράγκα Αμοιβή, ο Βίκτωρ Ουγκώ μετατρέπει το δράμα μιας απειλούμενης οικογένειας σε αμείλικτη δίκη ενός κόσμου όπου ο έντιμος πεινά και ο αδίστακτος απολαμβάνει υπόληψη. Και στο εδώλιο δεν κάθεται ένας άνθρωπος, αλλά ολόκληρη η αστική ηθική.

    Το έργο γράφτηκε το 1866, κατά την εξορία του Ουγκώ στο Γκέρνσεϊ, και δεν παρουσιάστηκε όσο εκείνος ζούσε. Η αναμονή αυτή δεν ήταν τυχαία. Ο συγγραφέας γνώριζε ότι το δράμα του δεν χάιδευε την εποχή του, αλλά την κατηγορούσε. Πίσω από τη μελοδραματική του επιφάνεια λειτουργεί ένας επικίνδυνα καθαρός πολιτικός συλλογισμός: όταν ο νόμος υπηρετεί την ιδιοκτησία και όχι τον άνθρωπο, η νομιμότητα μπορεί να γίνει η πιο καλοχτενισμένη μορφή βίας.

    Η νεαρή Σιπριέν και η μητέρα της, Ετιενέτ, βρίσκονται ένα βήμα πριν από την ολοκληρωτική καταστροφή. Ένα δυσβάσταχτο και αμφίβολο χρέος απειλεί να τις πετάξει στον δρόμο. Τότε εμφανίζεται ο Ρουσλέν, όχι σαν ωμός κακοποιός, αλλά σαν ευυπόληπτος σωτήρας. Προσφέρει τη λύση, απαιτώντας ως αντάλλαγμα τη Σιπριέν. Η οικονομική συναλλαγή μετατρέπεται έτσι σε απόπειρα κατοχής ενός ανθρώπινου σώματος. Ο Ρουσλέν δεν επιθυμεί πραγματικά την κοπέλα. Επιθυμεί την υποταγή της. Θέλει να αποδείξει ότι κάθε αντίσταση έχει μια τιμή και πως, όταν η ανάγκη σφίξει αρκετά τον λαιμό, ακόμη και η αξιοπρέπεια μπορεί να εκποιηθεί.

    Η Σιπριέν, ωστόσο, δεν είναι απλώς η αθώα κόρη που περιμένει έναν προστάτη. Η άρνησή της να δεχτεί την ταπεινωτική συμφωνία αποτελεί ηθική πράξη. Είναι φτωχή, αλλά όχι διαθέσιμη· ευάλωτη, αλλά όχι συντετριμμένη. Απέναντί της, η Ετιενέτ βιώνει τον βαθύτερο φόβο μιας μητέρας: να βλέπει το παιδί της παγιδευμένο ανάμεσα στην πείνα και στην ατίμωση. Το δίλημμά της δεν είναι αδυναμία χαρακτήρα. Είναι η ψυχική ασφυξία ενός ανθρώπου που καταλαβαίνει ότι όλες οι προσφερόμενες έξοδοι οδηγούν σε κάποια μορφή απώλειας.

    Μέσα σε αυτό το σκοτάδι καταφεύγει στο σπίτι ο Γκλαπιέ, ένας άνθρωπος καταζητούμενος από τις αρχές και καταδικασμένος από την κοινωνική του θέση προτού ακόμη δικαστεί. Είναι κλέφτης από ανάγκη, αλλά όχι άτιμος. Κουβαλά τη λαϊκή σπιρτάδα του Γαβριά και την ηθική μεγαλοσύνη του Γιάννη Αγιάννη. Παράνομος στα χαρτιά, αποδεικνύεται ο μόνος που υπακούει σε έναν ανώτερο νόμο: στον νόμο της ανθρώπινης συνείδησης.

    Ο Γκλαπιέ δεν σώζει απλώς δύο γυναίκες. Ανατρέπει τους ρόλους που έχει μοιράσει η κοινωνία. Ο επικηρυγμένος γίνεται δικαστής, ο κλέφτης αποκαθιστά τη δικαιοσύνη και ο ευυπόληπτος αστός αποκαλύπτεται ως ο πραγματικός ληστής. Τα χίλια φράγκα της αμοιβής αποκτούν, επομένως, βαθιά ειρωνική σημασία. Το κράτος τιμολογεί τη σύλληψη του Γκλαπιέ, ενώ αφήνει ανεκτίμητη και ατιμώρητη την αρπακτικότητα του Ρουσλέν.

    Ο Ουγκώ χειρίζεται το γκροτέσκο και το υψηλό με τη γνώριμη δραματουργική του τόλμη. Το χιούμορ του Γκλαπιέ δεν αποδυναμώνει την τραγωδία· τη διαπερνά σαν πράξη αντίστασης. Το γέλιο γίνεται όπλο του αδύναμου απέναντι στη σοβαροφάνεια της εξουσίας. Η δικαιοσύνη δεν καταφθάνει από τα δικαστήρια, αλλά από έναν άνθρωπο που έχει γνωρίσει την απόρριψη και γι’ αυτό αναγνωρίζει αμέσως την αδικία όταν τη συναντά.

    Η ραδιοφωνική απόδοση της ΕΡΑ το 1965 προσθέτει στο έργο μια ιδιαίτερη ιστορική αξία. Χωρίς τη βοήθεια της εικόνας, οι φωνές, οι παύσεις και οι μεταπτώσεις των ηθοποιών καλούνται να οικοδομήσουν ολόκληρο τον κόσμο του Ουγκώ. Ο Γκλαπιέ απαιτεί ερμηνευτική ευρύτητα: σαρκασμό και τρυφερότητα, ταχύτητα και εσωτερικό πόνο, λαϊκή αμεσότητα και ηρωική πνοή. Γι’ αυτό η συγκεκριμένη ηχογράφηση δεν είναι μόνο μια θεατρική παρουσίαση, αλλά κειμήλιο μιας εποχής κατά την οποία το ραδιόφωνο μπορούσε να μετατρέψει το λαϊκό σπίτι σε σκηνή.

    Στη σημερινή πραγματικότητα, το έργο ακούγεται ανησυχητικά οικείο. Τα χρέη εξακολουθούν να αφαιρούν στέγη, ελευθερία και αξιοπρέπεια. Η ανάγκη εξακολουθεί να γεννά εκβιασμούς, ενώ η οικονομική δύναμη συχνά μεταμφιέζεται σε φιλανθρωπία. Η προσωπική μου ματιά στέκεται κυρίως σε αυτή τη φοβερή αντιστροφή: ο άνθρωπος που η κοινωνία ονομάζει εγκληματία είναι εκείνος που διασώζει το ανθρώπινο μέτρο.

    Ο Ουγκώ δεν μας ζητά να εξιδανικεύσουμε την παρανομία. Μας καλεί να εξετάσουμε ποια κοινωνία την παράγει και ποιοι αποφασίζουν ποιος είναι ένοχος. Γιατί η αληθινή τιμή δεν πιστοποιείται από περιουσίες, αξιώματα και καθαρά μητρώα. Δοκιμάζεται τη στιγμή που ένας άνθρωπος, ενώ μπορεί να σωθεί μόνος του, επιλέγει να διακινδυνεύσει τα πάντα για να μη χαθεί ένας άλλος.

    Συγγραφέας Βίκτωρ Ουγκώ

    Ακούγονται οι ηθοποιοί (με αλφαβητική σειρά)Q Γιάννης Αποστολίδης, Βέρα Ζαβιτσιάνου, Νίκος Καζής, Νώντας Καστανάς, Νάσος Κεδράκας, Βασίλης Μαυρομάτης, Αθηνά Μιχαηλίδου, Μιχάλης Μπαλής, Σταύρος Ξενίδης, Σπύρος Ολύμπιος, Μάκης Ρευματάς, Λουκιανός Ροζάν, Ανδρέας Φιλιππίδης, Φραγκούλης Φραγκούλης, Πέτρος Φώσκολος, Χριστόφορος Χειμάρας.

    📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα!

    https://www.youtube.com/@angeligeorgia808

    Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο

    👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support

    Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι

    👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67

    🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖

    Mon, 14 Sep 2026 - 3h 16min
  • 638 - 🎭 Οι δείκτες του ρολογιού της Γαλάτειας Σαράντη Η ώρα που οι συνειδήσεις εξαγοράζονται

    Ένα ρολόι δεν μετρά μονάχα τις ώρες. Καταγράφει αναβολές, συμβιβασμούς και σιωπές, ώσπου οι δείκτες του να φτάσουν στην ώρα της αναμέτρησης. Στο έργο της Γαλάτειας Σαράντη η οικογενειακή γαλήνη δεν καταρρέει από μια ξαφνική συμφορά, αλλά από την επιστροφή ενός ανθρώπου που γνωρίζει πόσο εύκολα η ανάγκη μετατρέπεται σε υποταγή.

    Γραμμένοι το 1966 και μεταφερμένοι στο ραδιόφωνο την επόμενη χρονιά, Οι δείκτες του ρολογιού ανήκουν σε μια εποχή κατά την οποία η ελληνική κοινωνία αγωνιζόταν να διατηρήσει την εικόνα της ηθικής της συνοχής, ενώ στο εσωτερικό της ήδη μετακινούνταν αξίες, επιθυμίες και ταξικές προσδοκίες. Η Γαλάτεια Σαράντη, πρώτη γυναίκα που έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, δεν αντιμετωπίζει την οικογένεια ως ασφαλές καταφύγιο. Την εξετάζει σαν έναν ζωντανό οργανισμό που μπορεί να νοσήσει από όσα αρνείται να ομολογήσει.

    Ο Ιάκωβος και η Άννα ζουν με τα τρία παιδιά τους μια συνηθισμένη ζωή, δίχως πολυτέλειες αλλά και δίχως φανερές εκρήξεις. Η ισορροπία τους στηρίζεται περισσότερο στη συνήθεια παρά στη βαθιά επικοινωνία. Η αιφνίδια άφιξη της ανάπηρης μητέρας της Άννας, η οποία κάποτε εγκατέλειψε σύζυγο και παιδί για να ζήσει ελεύθερα, εισάγει στο σπίτι δύο ισχυρές δυνάμεις: το παρελθόν και το χρήμα. Από εκείνη τη στιγμή τίποτε δεν μπορεί να παραμείνει αθώο.

    Η ηλικιωμένη γυναίκα είναι ένας από τους δραματουργικά ισχυρότερους τύπους του έργου. Η σωματική της αδυναμία αντιστρέφεται σε ψυχική κυριαρχία. Δεν παρακαλεί να γίνει αποδεκτή· επιβάλλεται. Έχει περιφρονήσει τις κοινωνικές συμβάσεις, όμως η ελευθερία της δεν συνοδεύεται από τρυφερότητα ή μεταμέλεια. Γνωρίζει ότι το χρήμα μπορεί να εισχωρήσει εκεί όπου δεν φτάνει η αγάπη και το χρησιμοποιεί σαν όργανο εξουσίας. Δεν δημιουργεί, ωστόσο, από το μηδέν την ηθική φθορά των άλλων. Απλώς της προσφέρει τις κατάλληλες συνθήκες για να εκδηλωθεί.

    Η Άννα βρίσκεται απέναντι στη γυναίκα που την εγκατέλειψε, αλλά και μπροστά στο παιδί που υπήρξε κάποτε. Η οργή της συνυπάρχει με μια οδυνηρή ανάγκη να αναγνωριστεί επιτέλους από τη μητέρα της. Το τραύμα της εγκατάλειψης δεν έχει περάσει· έχει αλλάξει μορφή και έχει ενσωματωθεί στον ρόλο της συζύγου και της μητέρας. Η επιστροφή εκείνης που την πλήγωσε απειλεί την ταυτότητα που με κόπο οικοδόμησε.

    Ο Ιάκωβος, πάλι, δεν παρουσιάζεται ως ένας εκ γενετής ιδιοτελής άνθρωπος. Η αξιοπρέπειά του διαβρώνεται σταδιακά, μέσα από μικρές παραχωρήσεις που αρχικά μοιάζουν λογικές. Αυτή ακριβώς είναι η οξύτητα της Σαράντη: το χρήμα δεν εισβάλλει πάντοτε με τη μορφή του ωμού εκβιασμού. Έρχεται ως ευκαιρία, ως ασφάλεια για τα παιδιά, ως υπόσχεση μιας ευκολότερης ζωής. Ώσπου ο άνθρωπος παύει να γνωρίζει αν αποφασίζει ελεύθερα ή αν απλώς υπακούει στην τιμή που του όρισαν.

    Τα παιδιά αντιπροσωπεύουν μια γενιά που διεκδικεί περισσότερη ελευθερία, αλλά παραμένει αιχμάλωτη της οικογενειακής και κοινωνικής επιτήρησης. Η συγκεκαλυμμένη ομοφυλοφιλική επιθυμία, τολμηρό δραματουργικό στοιχείο για τη δεκαετία του 1960, δεν χρησιμοποιείται ως εύκολος εντυπωσιασμός. Φανερώνει το τίμημα που πληρώνει κάθε ταυτότητα όταν εξαναγκάζεται να επιβιώνει μέσα στη σιωπή. Η κοινωνία απαιτεί το προσωπείο της κανονικότητας, χωρίς να ενδιαφέρεται για την αγωνία που ασφυκτιά από κάτω.

    Ο τίτλος αποκτά έτσι μια βαθύτερη λειτουργία. Οι δείκτες κινούνται σταθερά, αλλά οι άνθρωποι επιμένουν να αναβάλλουν την αλήθεια. Το ρολόι υποδηλώνει πως κάθε απόκρυψη έχει τη διάρκειά της και κάθε ηθικός συμβιβασμός τη στιγμή της αποκάλυψής του. Η οικογένεια δεν διαλύεται επειδή έφτασε μια ανεπιθύμητη επισκέπτρια. Διαλύεται επειδή η παρουσία της αφαίρεσε το προστατευτικό περίβλημα από επιθυμίες που υπήρχαν ήδη.

    Σήμερα, σε μια εποχή όπου η οικονομική ανασφάλεια μπορεί να μετατρέψει ακόμη και την αγάπη σε συναλλαγή, το έργο διατηρεί ακέραιη την οξύτητά του. Πόσες αποφάσεις παρουσιάζονται ως οικογενειακή φροντίδα ενώ κρύβουν φιλοδοξία; Πόσες σχέσεις αντέχουν επειδή είναι αληθινές και πόσες επειδή κανείς δεν τολμά να διαταράξει τη βολική τους τάξη;

    Η δική μου ματιά στέκεται κυρίως στην τραγική ειρωνεία της επιστροφής: μια μητέρα που αρνήθηκε κάποτε τα δεσμά της οικογένειας επιστρέφει για να δέσει τους άλλους με τα δικά της, χρησιμοποιώντας όχι την αγάπη αλλά την οικονομική εξάρτηση. Η Σαράντη δεν αθωώνει ούτε καταδικάζει επιπόλαια. Μας υποχρεώνει να δούμε πως ο άνθρωπος αποκαλύπτεται όχι όταν διακηρύσσει τις αρχές του, αλλά όταν του προσφέρεται το αντάλλαγμα για να τις προδώσει.

    Και όταν οι δείκτες φτάσουν στην αποφασιστική ώρα, δεν μένει πια περιθώριο για δικαιολογίες. Μένει μόνο ο ήχος του ρολογιού και η σκληρή γνώση ότι η συνείδηση δεν χάνεται απότομα. Παραδίδεται λίγο λίγο, λεπτό προς λεπτό.

    Ηχογράφηση: 1967 Σκηνοθεσία: Μιχάλης Μπούχλης Παίζουν οι ηθοποιοί: Όλγα Τουρνάκη, Ξένια Καλογεροπούλου, Μαρία Φωκά, Νικηφόρος Νανέρης, Παύλος Λιάρος, Άννα Ραυτοπούλου , Γιώργος Νέζος, Βαγγέλης Τραϊφόρος, Θεόδωρος Ντόβας, Ειρήνη Κουμαριανού, Μαίρη Ευαγγέλου, Καίτη Τριανταφύλλου

    📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα!

    https://www.youtube.com/@angeligeorgia808

    Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο

    👉https://angeligeorgiastoryteller.gr/support

    Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι

    👉 Metabook:https://metabook.gr/angel67

    🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖

    Sun, 13 Sep 2026 - 1h 42min
  • 637 - 🔍 Όλοι πεθαίνουν μια μέρα – Έγκλημα στο Μανχάταν- Ρόντερικ Γουίλκινσον και Χιου Πέντεκοστ

    Δύο εγκλήματα, δύο κλειστοί κόσμοι, δύο κοινωνίες που εκπαιδεύτηκαν να κρύβουν όσα δεν αντέχουν να ομολογήσουν. Στα σκωτσέζικα Highlands η σιωπή απλώνεται σαν ομίχλη επάνω από έναν νεκρό· στο Μανχάταν, η οικογενειακή αγάπη μετατρέπεται σε ασφυκτικό δωμάτιο. Ο Ρόντερικ Γουίλκινσον και ο Χιου Πέντεκοστ δεν ερευνούν μόνο ποιος διέπραξε το έγκλημα. Αναζητούν την ηθική στιγμή κατά την οποία οι άνθρωποι έπαψαν να αντιστέκονται στο κακό.

    Στο «Όλοι πεθαίνουν μια μέρα» του Ρόντερικ Γουίλκινσον, η είσοδος του Άντριου Γκάρσαϊντ στην απομονωμένη περιοχή του Φάντενφουτ θυμίζει κάθοδο σε έναν τόπο όπου η πραγματικότητα υπακούει σε άγραφους νόμους. Ο δημοσιογράφος των «Καθημερινών Χρονικών της Γλασκόβης» πηγαίνει στα Highlands αναζητώντας ανάπαυση από την εγκληματική σκληρότητα της πόλης. Πριν ακόμη φτάσει στο ξενοδοχείο, όμως, βλέπει αστυνομικούς να μεταφέρουν έναν νεκρό άντρα. Αργότερα, όταν ρωτά τους κατοίκους, συναντά μια ομοιόμορφη και αφύσικη άγνοια: κανείς δεν είδε, κανείς δεν γνωρίζει, σχεδόν κανένα γεγονός δεν συνέβη.

    Ο Γουίλκινσον μετατρέπει αυτή την άρνηση σε ισχυρότερο δραματικό εύρημα από την ίδια τη δολοφονία. Το πτώμα του Τζιμ Κόλινσον υπάρχει, αλλά η κοινωνία επιχειρεί να το εξαφανίσει από τη συλλογική της συνείδηση. Η σιωπή των κατοίκων δεν αποτελεί ουδετερότητα· είναι πράξη. Η συγκάλυψη γίνεται ένας σιωπηλός όρκος αμοιβαίας προστασίας, μέσα στον οποίο ο φόβος, το συμφέρον και η συνενοχή δεν ξεχωρίζουν εύκολα μεταξύ τους.

    Ο Γκάρσαϊντ δεν έχει την ψυχρή αυτάρκεια του αλάνθαστου ντετέκτιβ. Είναι κουρασμένος, όμως διατηρεί το ένστικτο του δημοσιογράφου που γνωρίζει ότι μια κοινωνία αποκαλύπτεται περισσότερο από όσα αποκρύπτει παρά από όσα διακηρύσσει. Η περιέργειά του μετατρέπεται σε ηθική επιμονή, καθώς οι προσπάθειες των κατοίκων να αμφισβητήσουν την αντίληψή του αγγίζουν τα όρια μιας οργανωμένης ψυχολογικής κακοποίησης. Θέλουν να τον κάνουν να δυσπιστήσει απέναντι στα ίδια του τα μάτια.

    Απέναντι σε αυτό το συμπαγές μέτωπο στέκεται ο συνταγματάρχης Μπράντσο. Επιβλητικός και ορθολογιστής, επιβεβαιώνει ότι ο νεκρός ήταν ο Κόλινσον και υποστηρίζει πως δολοφονήθηκε. Δεν λειτουργεί μόνο ως σύμμαχος του δημοσιογράφου, αλλά ως ρήγμα στη συμφωνία της σιωπής: ένας άνθρωπος που αρνείται να θυσιάσει την αλήθεια στον βωμό της τοπικής ευταξίας.

    Το Φάντενφουτ γίνεται έτσι ένας ζωντανός δραματουργικός οργανισμός. Η ομίχλη, η απομόνωση και η δυσπιστία απέναντι στον ξένο συνθέτουν ένα περιβάλλον όπου το έγκλημα δεν ανήκει αποκλειστικά στον δολοφόνο. Βαραίνει και εκείνους που το προστατεύουν. Η ιστορική γοητεία της βρετανικής αστυνομικής παράδοσης συναντά εδώ μια βαθύτερη κοινωνική αγωνία: πόσο εύκολα μια κοινότητα μετατρέπει την αλληλεγγύη σε συνενοχή, όταν η αποκάλυψη απειλεί τα συμφέροντα και την επίπλαστη γαλήνη της;

    Στο «Έγκλημα στο Μανχάταν» του Χιου Πέντεκοστ, η απειλή δεν κρύβεται σε μια απομονωμένη περιοχή αλλά μέσα στην οικογενειακή εστία. Ο Μάικ Μάλθερν έχει δύο κόρες, την Έρρικα και την Τζόαν, αλλά δεν τις αγαπά ισότιμα. Στην Έρικα αναγνωρίζει το πρόσωπο της νεκρής συζύγου του και προσκολλάται επάνω της με μια αγάπη σχεδόν λατρευτική. Την Τζόαν, αντίθετα, την κρατά σε απόσταση, επειδή η μητέρα της πέθανε γεννώντας την. Το παιδί καταδικάζεται, επομένως, να πληρώνει για έναν θάνατο που δεν προκάλεσε.

    Όταν η Έρρικα απουσιάζει από την καθιερωμένη οικογενειακή συγκέντρωση, η ανησυχία του πατέρα αποκαλύπτει αμέσως την ανισορροπία του σπιτιού. Η εμφάνιση ενός απρόσμενου επισκέπτη ή ενός εκβιαστικού μηνύματος μετατρέπει την απουσία σε απειλή. Η ενδεχόμενη απαγωγή, ωστόσο, αποτελεί μόνο την εξωτερική όψη του μυστηρίου. Το ουσιαστικό έγκλημα είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα: τη στιγμή κατά την οποία ένας πατέρας μοίρασε στις κόρες του τους ρόλους της αγαπημένης και της ένοχης.

    Ο Μάικ δεν πενθεί πραγματικά τη σύζυγό του· χρησιμοποιεί την Έρρικα για να αρνηθεί τον θάνατό της. Η κόρη παύει να αναγνωρίζεται ως αυτόνομη προσωπικότητα και γίνεται ζωντανό μνημείο μιας χαμένης γυναίκας. Αλλά και η φαινομενικά προνομιούχα θέση της είναι μια φυλακή: πρέπει διαρκώς να ανταποκρίνεται σε μια εξιδανικευμένη εικόνα που δεν της ανήκει.

    Η Τζόαν αποτελεί την πιο οδυνηρή παρουσία. Μεγαλώνει κάτω από μια ετυμηγορία που δεν ειπώθηκε ποτέ καθαρά, αλλά επαναλαμβάνεται καθημερινά με την ψυχρότητα και την απόσταση. Η παραμέλησή της μπορεί να γεννήσει πίκρα, οργή και ανάγκη εκδίκησης. Αυτό, όμως, δεν την καθιστά αυτομάτως ένοχη· φανερώνει πόσο εύκολα ένα πληγωμένο παιδί γίνεται ύποπτο για τα τραύματα που του προκάλεσαν οι άλλοι.

    Ο Γουίλκινσον εξετάζει τη συλλογική συγκάλυψη, ενώ ο Πέντεκοστ τη συναισθηματική ευνοιοκρατία. Και στα δύο έργα, η βία ωριμάζει μέσα σε ένα σύστημα σιωπής. Σήμερα, που ολόκληρες κοινωνίες αρνούνται όσα διαταράσσουν την ασφάλειά τους και οικογένειες βαφτίζουν τον έλεγχο αγάπη, τα δύο έργα παραμένουν ανησυχητικά επίκαιρα. Γιατί ο άνθρωπος δεν γίνεται συνένοχος μόνο όταν συμμετέχει στο έγκλημα. Γίνεται και όταν βλέπει την αδικία, καταλαβαίνει τη βλάβη και επιλέγει τη βολική σιωπή.

    Όλοι πεθαίνουν μια μέρα του Ρόντερικ Γουίλκινσον- Everything Goes Dead - R. Wilkinson

    Μετάφραση: Φοίβος Σταυρίδης Σκηνοθεσία: Μίκης Νικήτας Ακούγονται οι ηθοποιοί: Πίτσα Αντωνιάδου, Γιάννης Παπαϊωάννου, Ανδρέας Μουσουλιώτης, Χρήστος Παπαδόπουλος, Ανδρέας Νικολής, Κώστας Δημητρίου, Θεόδουλος Μωρέας, Ανδρέας Μούστρας

    Έγκλημα στο Μανχάταν Χιού Πέντεκοστ

    Ηχογράφηση 1981 Μετάφραση - ραδιοφωνική προσαρμογή: Πόπη Κόντου Ραδιοσκηνοθεσία: Σπύρος Μηλιώνης Ακούγονται οι ηθοποιοί: Χρήστος Τσάγκας, Νόρα Κατσέλη, Τώνης Γιακωβάκης, Νίκος Γαλανός, Αγγέλα Καζακίδου, Νίκη Κρεούζη, Νίκος Δενδρινός, Πάνος Κομνηνός, Λευτέρης Ελευθεριάδης

    📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα!

    https://www.youtube.com/@angeligeorgia808

    Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο

    👉https://angeligeorgiastoryteller.gr/support

    Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι

    👉 Metabook:https://metabook.gr/angel67

    🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖

    Sun, 13 Sep 2026 - 1h 27min
Afficher plus d'épisodes

Podcasts similaires à Θέατρο με Αγγελή Γεωργία, ραδιοφωνικά θεατρικά έργα